Tα δημοσιευμένα άρθρα εκφράζουν τις προσωπικές θέσεις και αντιλήψεις των συντακτών τους και δεν αποτελούν την επίσημη θέση του παρόντος Ιστολογίου.
Δημοσιεύματα με απρεπείς λέξεις ή εκφράσεις δεν δημοσιεύονται και ανάλογα σχόλια διαγράφονται χωρίς την παραμικρή πρόθεση λογοκρισίας.



Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Ο ηθοποιός Λουντέμης

Γράφει ο Οικοδόμος
Η ζωή του Μενέλαου Λουντέμη ήταν γεμάτη βάσανα, κακουχίες και διωγμούς. Σαν νεαρός, όταν πάλευε για την καταξίωση στο χώρο των γραμμάτων, ο Δημήτρης Βαλασιάδης (αυτό ήταν το πραγματικό όνομα του Μενέλαου Λουντέμη) αναγκάστηκε να κάνει πολλές δουλειές για ν’ αντιμετωπίσει ακόμα και την πείνα που είχε γίνει αχώριστη παρέα του:
λούστρος, σερβιτόρος, λατζέρης κ.ά. Καταξιωμένος συγγραφέας πια, ο κομμουνιστής Λουντέμης διώχτηκε σκληρά για τις ιδέες του, κλείστηκε σε φυλακές και ξερονήσια και γνώρισε την αναγκαστική πολιτική προσφυγιά.


Δημήτρης Βαλασιάδης
Ο Μεν. Λουντέμης σε νεαρή ηλικία



Η μεγάλη κυρία του ελληνικού τραγουδιού και σημαντικός άνθρωπος των γραμμάτων Δανάη Στρατηγοπούλου θυμάται: «Ήταν ένα γλυκύτατο δυστυχισμένο αγόρι, φτωχό, πεινασμένο, μ’ ένα ποδαράκι δεξί που εκούτσαινε, με πολύ ωραία φωνή και λεγόταν Μήτσος Βαλασιάδης. Δεν υπήρχε Λουντέμης τότε. Τον γνώρισα στους «Ανωνυμίτες», μια λέσχη υπαλλήλων ανώνυμων εταιριών, τραπεζών στην αρχή της οδού Πατησίων (…) Εκεί παρέα μου ήταν ο Μήτσος Βαλασιάδης, ο Γιάννης ο Ρίτσος, ο Παναγής ο Λεκατσάς… σπουδαία πλάσματα… και εκεί ήτανε κι αυτό το χλωμό γλυκύτατο πλάσμα με πολύ ωραία φωνή ―έπαιζε και κιθάρα― και σου ’δινε πάντα την εντύπωση ότι πεινάει. Όταν λοιπόν εγώ ήμουνα δημοσιογραφάκι, έπαιρνα κανένα τάληρο (…) τον έπαιρνα κάτω που ήταν ένα ταβερνάκι, έπαιρνα μια φασολάδα ―έτρωγε την πιο πολλή εκείνος, γιατί εκείνος ήταν που πείναγε― και μετά πηγαίναμε πάλι πάνω (στη λέσχη) και παίζαμε πιάνο και λέγαμε διάφορα.»*

Μέχρι να εκδοθεί το πρώτο του βιβλίο, δημοσιεύονται ποιήματα και διηγήματά του σε εφημερίδες και περιοδικά. Μετά από προτροπή της φίλης του Δανάης Στρατηγοπούλου και τη βοήθεια του μεγάλου Γιάννη Σκαρίμπα κυκλοφορεί το βιβλίο του «Τα πλοία δεν άραξαν» (1938) και αποσπά το Α΄ Κρατικό βραβείο πεζογραφίας.

Ένα από τα επαγγέλματα που τον έκανε η ανάγκη (δηλαδή η ανέχεια και η πείνα) ν’ ακολουθήσει για κάποιο διάστημα ήταν του ηθοποιού. Σε αυτό τον βοήθησε η πλούσια καλλιτεχνική του φλέβα. Ο Λουντέμης έπαιζε βιολί και πιάνο, τραγουδούσε πολύ όμορφα και ήταν εκπληκτικός μίμος, με ιδιαίτερη κλίση στη μίμηση της ντοπιολαλιάς των περισσότερων περιοχών της ελληνικής επικράτειας. Εκεί που δεν τα κατάφερνε ήταν… να «μιμηθεί» τους χορτάτους… Έτσι, το 1932 αναγκάζεται ν’ αναζητήσει στέγη κι ένα κομμάτι ψωμί σ’ έναν θίασο (μπουλούκια τα λέγανε τότε και τους ηθοποιούς «μπουλουκτσήδες») που γύριζε ανά την Ελλάδα δίνοντας θεατρικές παραστάσεις.

Ανάμεσα στις πόλεις που κάνει στάση ο θίασος βρίσκεται και ο Αλμυρός, στον νομό Μαγνησίας. Εκεί ζει ο Γιώργης Τρικαλινός, μετέπειτα αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, στέλεχος του ΚΚΕ και εκδότης για χρόνια του Ριζοσπάστη. Ο δεκαοχτάχρονος τότε (1932) Γιώργης Τρικαλινός, μαζί και η παρέα των φίλων του, συναντιέται στον Αλμυρό με τον πολυτάλαντο Λουντέμη. Πολλά χρόνια αργότερα καταθέτει τις αναμνήσεις του που φωτίζουν μια από τις λιγότερο γνωστές πτυχές της καλλιτεχνικής φλέβας του πολυδιαβασμένου και αγαπημένου συγγραφέα: αυτή του ηθοποιού ή, καλύτερα, «περφόρμερ», όπως θα τον λέγαμε σήμερα.

Το απόσπασμα που παραθέτουμε βρίσκεται στο βιβλίο του Γ. Τρικαλινού «Ανασκαλεύοντας τη χόβολη της μνήμης» (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998).

loydemis6
«Εκείνη την εποχή, δηλαδή το 1932 και μετά, θεατρική κίνηση στην ελληνική επαρχία δεν υπήρχε. Υπήρχαν μόνο τα κεντρικά θέατρα της Αθήνας, στα οποία πρωταγωνιστούσαν η Κυβέλη, η Παξινού, η Κοτοπούλη, ο Μυράτ, ο Βεάκης κ.ά. βέβαια, στο σοβαρό θέατρο. Στο ελαφρό, υπήρχαν ο Κυριακού, ο Μαυρέας και άλλοι.

Αυτά τα θέατρα έφταναν και μέχρι τη Θεσσαλονίκη, το Βόλο και την Πάτρα, μια και δυο φορές το χρόνο. Η υπόλοιπη επαρχία είχε μεσάνυχτα. Δεν ήταν όπως είναι σήμερα, που υπάρχει πληθώρα θεάτρων στην Αθήνα και στην επαρχία.

Ωστόσο και η επαρχία εκείνη την εποχή έβλεπε θέατρο. Αλλά τι θέατρο έβλεπε! Στην Πλατεία Ομονοίας, στην Αθήνα, υπήρχε ένα καφενείο, το «Στέμμα». Εκεί σύχναζαν όλοι οι άνεργοι θεατρίνοι, οι γερασμένοι, οι αποτυχημένοι, που ήταν δύσκολο να σταθούν στα θέατρα της Αθήνας. Εκεί, λοιπόν, διάφοροι θεατρικοί επιχειρηματίες συγκροτούσαν θιάσους, τα λεγόμενα «μπουλούκια» και παίρναν σβάρνα την επαρχία, για να εξασφαλίσουν το ψωμάκι τους. Τέτοια θέατρα έρχονταν και στον Αλμυρό, κωμόπολη αρκετά μεγάλη, για τα μέτρα εκείνης της εποχής, με αξιόλογη πνευματική κίνηση. Ορισμένοι θίασοι απ’ αυτούς ήταν κάπως υποφερτοί, όπως ο θίασος της Ηώς Παλαιολόγου. Άλλοι ήταν πραγματικά μπουλούκια.

Μ’ έναν τέτοιο θίασο-μπουλούκι κατέφθασε μια μέρα ο Μενέλαος Λουντέμης. Πολύπλευρο ταλέντο, απάγγελνε ποιήματα, τραγουδούσε αρκετά καλά, έπαιζε πιάνο και βιολί, ήταν θαυμάσιος μίμος. Εκείνη την εποχή είχε πρωτοεμφανιστεί και στα ελληνικά γράμματα, μ’ ένα διήγημά του που βραβεύτηκε σ’ ένα διαγωνισμό διηγήματος της Νέας Εστίας. Επειδή αντιμετώπιζε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα αναγκάστηκε να προσληφθεί σ’ έναν τέτοιο θίασο-μπουλούκι, για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Νόθος γιος μιας θεατρίνας που στο μεταξύ είχε πεθάνει, μόνος, χωρίς οικογένεια και συγγενικό περιβάλλον, απένταρος, ζούσε αλητεύοντας.

Ξέροντας ποιος είναι ο Λουντέμης, τον πλησιάσαμε, τον περιθάλψαμε, του δείξαμε στοργή και αγάπη. Σαν είδε όλα αυτά ο Μενέλαος, εγκατέλειψε το θίασο, όταν αυτός έφυγε από τον Αλμυρό, κι έμεινε μαζί μας. Οι μέρες περνούσαν και δεν τον βλέπαμε να έχει διάθεση να επιστρέψει στην Αθήνα. Εμείς, όσο κι αν θέλαμε, δεν μπορούσαμε να αναλάβουμε να τον τρέφουμε ισόβια, δεν είχαμε τις δυνατότητες. Έτσι, αφού συνεννοηθήκαμε μεταξύ μας, και μαζί του βέβαια, αποφασίσαμε να του οργανώσουμε παράσταση, με πρωταγωνιστή και μοναδικό ηθοποιό αυτόν τον ίδιο, ξέροντας τις δυνατότητες και ικανότητές του. Η παράσταση έγινε στην αίθουσα Σχινά, στην πλατεία του Αλμυρού και κράτησε δύο περίπου ώρες. Είχε εξαιρετική επιτυχία. Μόνος στη σκηνή, ο Λουντέμης κράτησε το ενδιαφέρον όλου του κόσμου. Έπαιξε πιάνο, βιολί. Απάγγειλε διάφορα ποιήματα, επιθεωρησιακούς σατιρικούς στίχους, τραγούδησε, έκανε το μίμο κλπ. Ο κόσμος που τον παρακολουθούσε γελούσε με την καρδιά του με ορισμένα ιδιαίτερα αστεία του, που τα θυμάμαι ακόμα και σήμερα. Ελεγε, πχ,

― Οι παπάδες με τις ευ-χέσ’ τους.
― Οι καλόγεροι με τις προσευ-χέσ’ τους.
― Οι τραπεζίτες με τις μετο-χέσ’ τους
― Οι δάσκαλοι με τις διδα-χέσ’τους, κλπ κλπ.

Έγινε και το παρακάτω γουστόζικο περιστατικό την ώρα της παράστασης. Ο εκφωνητής αναγγέλλει: «Και τώρα, κυρίες και κύριοι, θα ακούσετε στο βιολί από τον Μενέλαο Λουντέμη την έξοχη «Σερενάτα του Τοζέλι». Αλλά αντί για «Σερενάτα του Τοζέλι», ο Λουντέμης άρχισε να παίζει «Τα παραμύθια του Όφενμπαχ». Όμως, κανένας δεν κατάλαβε το λάθος, εκτός από τον ίδιο τον Λουντέμη και από μερικούς από το κοινό, που είχαν μια κάποια ιδέα από μουσική. Και όλοι στο τέλος χειροκροτούσαν και συνέχαιραν τον Λουντέμη για το θαυμάσιο παίξιμο της «Σερενάτας».

Η παράσταση επαναλήφθηκε δεύτερη φορά, με την ίδια επιτυχία. Συγκεντρώσαμε περίπου 3.500 δραχμές, ποσό μεγάλο για εκείνη την εποχή. Όλα αυτά τα χρήματα τα παραδώσαμε στον Μενέλαο και του είπαμε: «Άντε να πας στο καλό, Μενέλαε. Μ’ αυτό το ποσό μπορείς να ταξιδέψεις στην Αθήνα και να ζήσεις αρκετό διάστημα, μέχρις ότου εξασφαλίσεις μια μόνιμη δουλειά.»

Ο Μενέλαος πήρε τα λεφτά κι έφυγε, αλλά ύστερα από δεκαπέντε μέρες ξαναγύρισε στον Αλμυρό, απένταρος και καραβοτσακισμένος. Τι είχε συμβεί; Φεύγοντας από τον Αλμυρό, πήγε στο Βόλο. Εκεί έμπλεξε με μια «κοινή» γυναίκα. Τον ξελόγιασε, την πήρε μαζί του στην Πορταριά και εγκαταστάθηκαν στο ξενοδοχείο «Θεοξένεια», που ήταν από τα πιο καλά και τα πιο ακριβά ξενοδοχεία και, αφού του ’φαγε όλα τα λεφτά, τον εγκατέλειψε.

Απογοητευμένος, απένταρος και απαρηγόρητος γύρισε ο Μενέλαος στον Αλμυρό. Βρεθήκαμε σε δύσκολη κατάσταση, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Τελικά κάναμε έναν πρόχειρο έρανο μεταξύ μας, συγκεντρώσαμε κάπου 1.500 δραχμές και του τις δώσαμε. Τον βάλαμε στο αυτοκίνητο για την Αθήνα και του είπαμε: «Στο καλό να πας. Μενέλαε. Μην ξανάρθεις στον Αλμυρό, τρίτη φορά δε θα μας βρεις…»

Έφυγε ο Μενέλαος και δεν ξανάρθε. Όμως, πάντα θυμόταν τη φιλόξενη παρέα του Αλμυρού και μιλούσε γι’ αυτή με τα καλύτερα λόγια.»



* Το απόσπασμα της Δανάης Στρατηγοπούλου είναι απομαγνητοφώνηση από την παρουσία της στην εκπομπή του Δαυίδ Ναχμία «Ιχνηλάτες» (μπορείτε να τη δείτε ΕΔΩ, από το Αρχείο της ΕΡΤ) αφιερωμένη στον Μενέλαο Λουντέμη, που προβλήθηκε το 2002 στη ΝΕΤ. (Από την ίδια εκπομπή και οι φωτογραφίες.)

atexnos

Δεν υπάρχουν σχόλια: